1-2-3|31 Αυγούστου

1.
-αυτό που βλέπεις και φωσφορίζει το βράδυ στη θάλασσα δεν είναι πλαγκτόν, μου είπε ο Λουκάς αλλά δεν τον πίστεψα. γιατί τίποτα δεν θα μου χαλούσε τις μυρωδιές που άφησε το καλοκαίρι στη μύτη μου και κυρίως τη δικιά σου, το βράδυ που μεθύσαμε και αγκαλιαστήκαμε γυμνοί μέσα στη μαύρη θάλασσα με μοναδικό φως το φωσφορίζον πλαγκτόν και το άσπρο από τον σκληρό χιτώνα των ματιών σου.

2.
Κάπου στο βάθος ακούγεται η φωνή του πρωθυπουργού ανακατεμένη με τη μουσική από τα ηχεία μου. Στο μυαλό μου το ποίημα της Γώγου «..η μοναξιά, έχει το χρώμα των Πακιστανών..». Το κρεβάτι άστρωτο και το σπίτι έχει ποτίσει τη μυρωδιά του στριφτού. Καλοκαίρι, καύσωνας στην πόλη.                                                                                          »Ζούμε στην πιο όμορφη χώρα του κόσμου», όπου δεν θεωρείσαι άνθρωπος αν έχεις λίγο πιο σκούρο δέρμα, δεν δικαιούσαι να μιλάς, να πληρώνεσαι για τη δουλειά σου, να αντιστέκεσαι στην αδικία, να κάνεις μια βόλτα χωρίς το φόβο του προπηλακισμού από φασίστες. Ο ρατσισμός έχει ποτίσει το έδαφος αυτής της χώρας από τα χωράφια της Πελοποννήσου μέχρι τα πεζοδρόμια της πρωτεύουσας.                                                            »Ζούμε στην πιο όμορφη χώρα του κόσμου» όπου η ιστορία επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά. Και εμείς ξεχνάμε τους χίτες, τους ταγματασφαλίτες, τους συνεργάτες των ναζί, τις κτηνωδίες της δεξιάς, τους διωγμούς και την εξορία των κομμουνιστών, τα Δεκεμβριανά, τη Βάρκιζα, τη Μακρόνησο, τον Άη Στράτη, τα πέτρινα χρόνια, τον Πέτρουλα, τον Λαμπράκη, τη χούντα. Ξεχνάμε τις ήττες μας γιατί έχουμε συνηθίσει. Έχουμε συνηθίσει να είμαστε οι χαμένοι. Έχουμε συνηθίσει να ζούμε μαζί με τη θλίψη μας. Και προσπαθούμε να πιαστούμε από μικρές δόσεις χαράς όταν διαδηλώνουμε δίπλα-δίπλα, όταν έρχεται το καλοκαίρι και όταν ερωτευόμαστε.

3.

Έπεσε το τασάκι από τον δυνατό αέρα και γέμισε το δωμάτιο στάχτη ανάκατη με ανασφάλειες και τραγούδια των radiohead. Νιώθω να μην με χωράνε πια τα 35 τ.μ  και δεν ξέρω ποιον να κατηγορήσω. Θέλω να πάρω το παιδικό μου ποδήλατο, να βρω την μεγαλύτερη κατηφόρα και να την κατέβω χωρίς φρένα, χωρίς την αίσθηση του κινδύνου όπως τότε,  που ήμουν παιδί και ψάχναμε όλη τη γειτονιά για την καλύτερη κατηφόρα. Και δεν μας ένοιαζε που τρώγαμε τα μούτρα μας. Και το μέτρο για το πόσο καλή ήταν η μέρα μου να είναι τα σημάδια στα γόνατα. Όσο πιο πολλά, τόσο πιο γεμάτη η μέρα. Δεν μπορώ άλλο ίσιωμα, δεν μπορώ άλλη κανονικότητα θέλω να κατρακυλήσω. Κατρακυλάω. Και δεν έχω φρένα. Και ας φάω τα μούτρα μου. Και ας μετράω σημάδια. Και ας πονάνε. Αλλά θα ‘χω τη πιο γλυκιά ανάμνηση. Έναν έρωτα που ξεκίνησε καλοκαίρι, ανάμεσα σε κακόγουστες πλαστικές καρέκλες στο πανηγύρι.

Advertisements

About respiratos

https://ataxikianapnoh.wordpress.com/
This entry was posted in Uncategorized. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s