μακριά [makriá]

μακριά [makriá] : I. επίρρ. με αναφορά σε κτ. μακρινό σε σχέση με τον ομιλητή ή με ορισμένο σημείο αναφοράς. ANT κοντά· δηλώνει: 1. τόπο: Δεν τον χωράει το σπίτι του γιατί δεν είσαι εκεί αλλά ~ του. Είσαι ~ και μου λείπεις || Γυαλιά για ~, μυωπίας. (έκφρ.) . 2. χρόνο: Τώρα είναι Οκτώβριος· τα γενέθλια σου είναι ~,αργούν να έρθουν. 3. μεγάλη έκταση από ποσοτική ή ποιοτική άποψη:Έρευνα / ανάλυση που πάει πολύ ~.

και όταν συνδυάζει το 1 και το 2 ψάξε το πρώτο τραγούδι των Beirut να κρυφτείς από κάτω και να ανάψεις ένα τσιγάρο, μήπως και η νικοτίνη που θα μπει στα πνευμόνια σου μπορέσει να απαλύνει λίγο τον πόνο στο επικάρδιο που προκαλείται συνεχόμενα από το γαμημένο αυτό επίρρημα

 

Advertisements

About respiratos

https://ataxikianapnoh.wordpress.com/
This entry was posted in Uncategorized. Bookmark the permalink.

2 Responses to μακριά [makriá]

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s